Ταξιδεύοντας μόνος: Η ανάγκη να δραπετεύσει κάποιος με μοναδική παρέα τον εαυτό του

Σε προηγούμενο άρθρο είχα αναφέρει ότι μέσα σε αυτό το χρόνο θα ήθελα να κάνω ένα ταξίδι μόνος μου. Δε με ενδιαφέρει αν θα είναι εντός ή εκτός της χώρας, αν θα είναι σε κάποια πόλη ή χωριό, σε κάποιο σημείο γνωστό αυτού του χάρτη ή κάπου παντελώς άγνωστο είτε σε μένα είτε σε σένα.

Το σκεφτόμουν καιρό τώρα. Όποτε με τραβούσε εκείνη η επιθυμία να φύγω για κάπου και το ποντίκι του υπολογιστή θα άνοιγε κάποια σελίδα με αεροπορικά εισιτήρια, κάτι με κρατούσε. Θα αποφάσιζα άμεσα που θα ήθελα να ταξιδέψω, που να βρεθώ, ποιο μέρος θα ήθελα να ανακαλύψω. Ευτυχώς φροντίζω να κρατάω κάποιο budget στην άκρη για τις αποδράσεις μου. Αλλά φοβόμουν να αποφασίσω να φύγω μόνος. Τελείως μόνος. Χωρίς να με περιμένει κάποιος.

Η επόμενή μου αντίδραση, όταν θα είχα κάποια εξόρμηση στο μυαλό μου, είναι να ψάξω για συνταξιδιώτη. Ποιο άτομο θα είναι διαθέσιμο να πάρει το αεροπλάνο ή όποιο άλλο μέσο και να με ακολουθήσει; Αρκετοί πρόθυμοι, λίγοι οι πιο αποφασισμένοι. Δουλειά, οικονομικά, γεμάτο πρόγραμμα, ασχολίες, υποχρεώσεις. Κι έτσι βαλτώνει η όποια ελπίδα είχα να ταξιδέψω.

«Έλα, είδα τα εισιτήρια για Ιταλία, κλείνω για τον Μάρτιο, καλά;»

«Δε θα μπορέσω τελικά να έρθω»

«Γιατί; Είναι ακριβά για εσένα;»

«Όχι βρε συ δεν έχω διάθεση να πάω τώρα, το κανονίζουμε μια άλλη φορά»

Αυτή είναι μια συνηθισμένη συζήτηση με φίλους, όπου έχω βρεθεί να «παρακαλάω» να το σκεφτεί ξανά. Να προσαρμόσουμε το πρόγραμμα, το ξενοδοχείο, τα κόστη για να έρθει. Το κακό είναι ότι έχω πιάσει τον εαυτό μου να βρίσκεται αρκετές φορές στην άλλη πλευρά στο παρελθόν. Ευτυχώς κάτι τέτοιο έχει εκλείψει. Εκτός αν υπάρχει κάποιος πολύ σοβαρός λόγος, οπότε πάω πάσο και για τις δύο πλευρές.

Θυμάμαι την περίοδο όταν ήμουν ακόμα στα φοιτητικά μου χρόνια (ναι, τότε που οφείλεις να ταξιδεύεις με την πρώτη ευκαιρία) δύο από τους καλύτερούς μου φίλους προσπαθούσαν να με πείσουν να φύγουμε για camping στη Σαμοθράκη. Για κάποιον που δεν είχε συνηθίσει να κοιμάται κάτω από τα δέντρα, σε μικρό χώρο, παρέα με τις αποσκευές ενώ δίπλα κάποιος θα γρατζουνούσε την κιθάρα του νυχθημερόν, δεν ήταν και η πρώτη επιλογή για τις διακοπές του. Αλλά προτίμησα να πω ναι, και δεν έχασα.

Στα επόμενα χρόνια, όταν μετά από καιρό έγινε πρόταση για εξόρμηση σε άλλη περιοχή για camping, είχα χίλιες δυο ενστάσεις. Χωρίς κάποιο σοβαρό λόγο. Και δεν τους ακολούθησα. Αλλά το μετάνιωσα στη συνέχεια γιατί δεν καταφέραμε να βρεθούμε ξανά σε κοινό ταξίδι μαζί. Βλέπεις αποφάσισαν να βρουν την τύχη τους εκτός συνόρων.

Από τότε μου μπήκε πιο έντονα το μικρόβιο να αποδέχομαι προσκλήσεις σε ταξίδια. Με γνωστή αλλά και σχετικά άγνωστη παρέα. Και άρχισα να μαθαίνω πράγματα, να προσαρμόζω τον εαυτό μου και να προσπαθώ να εκμεταλλευθώ αυτές τις μέρες που τυχαίνει να ταξιδέψω. Όσες εμπειρίες μάζευα τις εφάρμοζα στα επόμενα ταξίδια και πάει λέγοντας. Συνεπώς άρχισα να νοσταλγώ περισσότερο την αναμονή για την πύλη του αεροδρομίου παρά μια έξοδο στην πόλη με φίλους. Τους οποίους προσπαθούσα όλο και πιο συχνά να πείσω να με ακολουθήσουν αλλά έτρωγα πιο συχνά άκυρα. Και δείλιαζα να ταξιδέψω μόνος.

Γιατί όμως συναντώ αυτό το πρόβλημα, σκέφτομαι. Γιατί προτιμάω να οργανώσω ένα ταξίδι και να κρέμομαι από την απόφαση άλλων αν θα θελήσουν να ταξιδέψουμε μαζί, αλλά βολεύομαι να ακυρώσω οτιδήποτε εάν δε μου πουν το ναι; Γιατί μπαίνω στον κόπο να προσπαθώ να τους πείσω εξ’ αρχής ενώ ξέρω τις προθέσεις τους;

Χιλιάδες πράγματα έχουν περάσει από το μυαλό μου: τι θα κάνω μόνος μου τόσες μέρες, αν συναντήσω κάποιο πρόβλημα στην χώρα που θα πάω, αν δε μπορώ να επικοινωνήσω, αν φανώ τόσο μοναχικός και θλιβερός όταν καθίσω μόνος σε ένα bar ή εστιατόριο, αν,αν, αν. Το αστείο στην όλη ιστορία είναι ότι αρκετές φορές έχω βρεθεί να κυκλοφορώ μόνος, τουλάχιστον για μια μέρα (δεν έχει τύχει να μείνω για παραπάνω). Το λες δηλαδή και μια μικρή εμπειρία πριν κάτι μεγαλύτερο. Όπως στο Αϊντχόφεν της Ολλανδίας, μια μέρα την πέρασα κυκλοφορώντας στην πόλη και τραβώντας φωτογραφίες. Στο Βερολίνο, μιας και η στάση και αναμονή στο αεροδρόμιο ήταν κοντά στις 12 ώρες, προτίμησα να γυρίσω την πόλη χωρίς να γνωρίζω που να πάω, μέχρι να φύγει η πτήση μου. Σίγουρα δεν ήταν άσχημες εμπειρίες.

Αλλά υπήρχαν και δύσκολες στιγμές.  Στο Μπατούμι της Γεωργίας είχα, εκτός από πρόβλημα στην επικοινωνία, μια άσχημη εμπειρία μετά από απόπειρα γευσιγνωσίας με γλυκό της χώρας. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες.  Στις Βρυξέλλες, όταν είχα επιχειρήσει να πάρω το λεωφορείο για Άμστερνταμ, είχα χάσει το τελευταίο δρομολόγιο κι έπρεπε να περάσω τη νύχτα από τα μεσάνυχτα μέχρι τις 6 το πρωί. Τουλάχιστον είχα ανακαλύψει μετά από περιπλάνηση ανοιχτό ένα McDonald’s δύο ώρες πριν την αναχώρηση.

Θεωρώ ότι δεν είναι ότι πιο εύκολο να ταξιδέψει κάποιος μόνος του. Ειδικά αν δεν έχεις γευτεί ούτε στο ελάχιστο αυτές τις ώρες αναμονής χωρίς κάποιον μαζί του ή όταν χρειαστεί να διαχειριστεί καταστάσεις με βάση τις δικές του δυνάμεις. Ακόμα και η αίσθηση του να μπαίνει σε κάποιο εστιατόριο ή bar, με ανθρώπους σε παρέες ή ζευγαράκια γύρω σου, μπορεί να είναι δυσβάσταχτη. Εκεί θα φανεί αν μπορεί να το διαχειριστεί. Να αφήσει στην άκρη λίστες και να κινηθεί με το alter ego του σε ξένους δρόμους. Όσο τρομακτικό κι αν φαίνεται.

Αλλά, το να μην ταξιδέψω κάπου μόνος μου, έστω για μια φορά στη ζωή μου, φαίνεται ακόμα πιο τρομακτικό. Γιατί θα ήθελα να δω πως μπορώ να εκτιμήσω αυτή την εμπειρία που είχαν πολλοί άλλοι πριν από εμένα. Να νιώσω αυτή την αίσθηση καταπιεσμένης ελευθερίας, χωρίς να περιορίζομαι στα προγράμματα του καθενός. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταματάω να υπολογίζω συγγενείς και φίλους.

Κάπου είχα διαβάσει ότι αν καταφέρεις να ταξιδέψεις μόνος, είναι σα να έχεις πάρει το πιο δύσκολο Master. Καιρός να επιχειρήσω να κάνω μια αίτηση!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αρέσει σε %d bloggers: